Η δική μου σκέψη μετά την επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα
Δεν έγραψα αυτό το κείμενο αμέσως.
Χρειάστηκα λίγο χρόνο να το αφήσω να «κάτσει» μέσα μου.
Η επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα έγινε.
Δεν είναι πια υπόθεση, δεν είναι πια σενάριο, δεν είναι πια συζήτηση για το αν.
Είναι γεγονός.
Και αυτό που με βαραίνει περισσότερο δεν είναι μόνο το τι έγινε —
αλλά το πόσο εύκολα το δεχτήκαμε.
Δεν γράφω για να υπερασπιστώ τον Μαδούρο.
Δεν τον θεωρώ σύμβολο, ούτε θύμα.
Η Βενεζουέλα ζει μια βαθιά κρίση εδώ και χρόνια, και ο λαός της πλήρωσε ακριβά τις επιλογές της εξουσίας.
Αλλά μέσα μου μένει μια ερώτηση που δεν μπορώ να προσπεράσω:
Πότε αποφασίσαμε ότι ο διάλογος είναι κάτι που έρχεται μετά τα όπλα;
Όταν μια υπερδύναμη επεμβαίνει στρατιωτικά και απαγάγει έναν ηγέτη, το μήνυμα δεν αφορά μόνο μια χώρα.
Αφορά όλους μας.
Μου λέει ότι η ισχύς μπορεί να αντικαταστήσει τη διαδικασία.
Ότι το «σωστό» μπορεί να επιβληθεί.
Ότι η διεθνής νομιμότητα είναι ευέλικτη — αρκεί να έχεις δύναμη.
Και αυτό με ανησυχεί περισσότερο απ’ όσο θέλω να παραδεχτώ.
Γιατί ξέρω πως κάθε τέτοια πράξη γίνεται προηγούμενο.
Και κάθε προηγούμενο κάποτε χτυπά την πόρτα κάποιου άλλου.
Σκέφτομαι τον απλό άνθρωπο στη Βενεζουέλα.
Όχι τον πολιτικό, όχι τον στρατηγό.
Τον άνθρωπο που αύριο θα ξυπνήσει σε μια χώρα «απελευθερωμένη» — αλλά όχι απαραίτητα πιο ασφαλή, πιο σταθερή ή πιο δίκαιη.
Η ιστορία μάς έχει δείξει ότι οι στρατιωτικές λύσεις σπάνια τελειώνουν εκεί που ξεκινούν.
Αφήνουν κενά.
Αφήνουν σιωπές.
Και συχνά αφήνουν περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα λύνουν.
Δεν έχω απαντήσεις.
Δεν προσπαθώ να πείσω κανέναν.
Αλλά νιώθω την ανάγκη να πω αυτό:
Αν συνηθίσουμε να δεχόμαστε ότι η ισχύς προηγείται της κουβέντας,
τότε κάποια στιγμή δεν θα θυμόμαστε καν πώς μοιάζει ο διάλογος.
Και χωρίς διάλογο,
δεν χάνουμε μόνο τη δημοκρατία.
Χάνουμε την ανθρωπιά μας.
Γι’ αυτό γράφω.
Όχι για να έχω δίκιο.
Αλλά για να μην μείνω σιωπηλός.
Απάντηση